Σκωτία και «ΤΔΒΚ»: υπάρχει λόγος ανησυχίας;

images

Ενόψει του επικείμενου δημοψηφίσματος (18/09/2014) που θα καθορίσει εάν η Σκωτία θα παραμείνει μέρος του Ηνωμένου Βασιλείου ή αν θα συνεχίσει την πορεία της ως ανεξάρτητο κράτος, είναι ενδιαφέρον να εξεταστεί το ζήτημα από την έποψη του Διεθνούς Δικαίου. Επίσης, είναι απαραίτητο να συζητηθεί ο συσχετισμός της υπό κρίσιν περίπτωσης με άλλες παρεμφερείς υποθέσεις, στις οποίες περιλαμβάνονται Κύπρος και Κριμαία. Συγκεκριμένα, ερευνάται κατά πόσον η «Τουρκική Δημοκρατία Βορείου Κύπρου» («ΤΔΒΚ») δύναται ν’αντλήσει οφέλη από τις εξελίξεις στη Σκωτία και αν το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος θα επιφέρει οποιεσδήποτε συνέπειες για το καθεστώς των Συνθηκών του 1960 για την Κύπρο.

Εν πρώτοις, το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση, δηλαδή η ελευθερία κάθε λαού (βέβαια, υπάρχει μεγάλη συζήτηση σχετικά με τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληροί μια πληθυσμιακή ομάδα για να θεωρείται «λαός»)  ν’ αποφασίσει τον τρόπο με τον οποίο επιθυμεί να κυβερνηθεί, αναγνωρίζεται από τον Χάρτη του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (άρθρα 1§2 και 55). Περαιτέρω, προστατεύεται από το Διεθνές Σύμφωνο για τα Αστικά και Πολιτικά Δικαιώματα (άρθρα 1 και 27) και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα (άρθρο 1). Στην παγίωση της αρχής αυτής και την αναβάθμισή της σε δικαίωμα συνέβαλαν, επίσης, τα ψηφίσματα της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ 1514 (XV) 1960 για την αποαποικιοποίηση και 2625 (XXV) για τις Φιλικές Σχέσεις μεταξύ των Κρατών, όπως και η Τελική Πράξη του Ελσίνκι από τον ΟΑΣΕ (1975). Τέλος, το Διεθνές Δικαστήριο Δικαιοσύνης (ΔΔΔ) συζήτησε την αρχή της αυτοδιάθεσης στη Συμβουλευτική Γνωμοδότηση για τη Δυτική Σαχάρα (1975) και την αντιμετώπισε ως αναπόσπαστο μέρος του corpus juris gentium.

Ωστόσο, το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση εκτός του πλαισίου της αποαποικιοποίησης δεν μπορεί, κατ’αρχήν, ν’αποτελέσει νομιμοποιητική βάση για αποσχιστικά κινήματα. Από το 1945 κι εντεύθεν, η διεθνής κοινότητα έχει δώσει προτεραιότητα στην αρχή της εδαφικής ακεραιότητα και είναι απρόθυμη ν’ αναγνωρίσει αποσχισθείσες οντότητες και μονομερείς ανακηρύξεις ανεξαρτησίας. Από την άλλη, ούτε η εδαφική ακεραιότητα ενός κράτους βρίσκεται στο απυρόβλητο, καθώς υπάρχει μια ολοένα αυξανόμενη ροπή προς την αναγνώριση της δυνατότητας απόσχισης σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ήτοι όταν το κράτος καταπιέζει και/ή ασκεί βία εναντίον μιας συγκεκριμένης πληθυσμιακής ομάδας. Βέβαια, όπως ελέχθη και στην υπόθεση σχετικά με την επιδιωκόμενη απόσχιση του Quebec από τον Καναδά, το Διεθνές Δίκαιο ούτε αναγνωρίζει ούτε απαγορεύει τη δυνατότητα απομάκρυνσης μιας οντότητας από το κεντρικό κράτος, οπότε κάθε περίπτωση πρέπει να εξετάζεται ad hoc.

Αναφορικά με τις εξελίξεις στη Σκωτία θα πρέπει να γίνει μια πολύ σημαντική διευκρίνιση. Η διαδικασία του δημοψηφίσματος, όπως και ένα ενδεχόμενο αποτέλεσμα υπέρ του αποχωρισμού από το Ηνωμένο Βασίλειο είναι καθ’ όλα συμβατά τόσο με την εσωτερική έννομη τάξη του Ηνωμένου Βασιλείου όσο και με το Διεθνές Δίκαιο. Η συγκατάθεση του κεντρικού κράτους είναι ο παράγοντας που νομιμοποιεί τις ρηθείσες ενέργειες και ως εκ τούτου η απομάκρυνση της Σκωτίας δεν αποτελεί απόσχιση. Άλλωστε, υπάρχουν και προηγούμενα παραδείγματα όπου η διεξαγωγή δημοψηφίσματος και η συνεπακόλουθη ανεξαρτητοποίηση περιοχών ενός κράτους έγινε κατόπιν συμφωνίας (Σενεγάλη 1960, Σιγκαπούρη 1965, Ερυθραία 1993). Εδώ αξίζει ν’ αναφερθεί πως η διενέργεια δημοψηφίσματος δεν οδηγεί  αφ’ εαυτής σε ανεξαρτητοποίηση ή απόσχιση, εφόσον θα πρέπει η νέα οντότητα να ικανοποιεί τις προϋποθέσεις που τίθενται από το Διεθνές Δίκαιο για να μπορεί να θεωρηθεί κράτος. Προφανώς, τα ανωτέρω περιστατικά διαφέρουν από το πρόσφατο δημοψήφισμα και την επακολουθήσασα απόσχιση της Κριμαίας, αφού αυτά επισυνέβησαν κατά παράβαση του συντάγματος της Ουκρανίας και παρά τη διαφωνία της κυβέρνησης της χώρας. Περαιτέρω, η απόσχιση της Κριμαίας δεν δικαιολογείτο υπό το πρίσμα του Διεθνούς Δικαίου, καθώς δεν υπήρξαν παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων των κατοίκων της περιοχής, κάτι που θα ενεργοποιούσε το δικαίωμά τους να χωριστούν από την υπόλοιπη χώρα για να προστατευθούν.

Όσον αφορά τον πιθανό επηρεασμό της υπόθεσης της Κύπρου από το δημοψήφισμα και από μια ενδεχομένως θετική ψήφο υπέρ της ανεξαρτητοποίησης της Σκοτίας, με βάση τα προεκτεθέντα δεν φαίνεται να τίθεται κάποιο ζήτημα. Η «ΤΔΒΚ» είναι μια αποσχιστική οντότητα που εγκαθιδρύθηκε μετά από χρήση ένοπλης βίας (άρθρο 2§4 Χάρτη ΟΗΕ) και δεν μπορεί να εκμεταλλευτεί το σκωτικό δημοψήφισμα για να ζητήσει κάτι ανάλογο (άλλωστε στόχος της Τουρκίας είναι ν’ αποτελέσει η «ΤΔΒΚ» το ένα από τα συστατικά μέρη ενός μελλοντικού ομοσπονδιακού κράτους και όχι να γίνει ανεξάρτητη). Πέραν της εγγενούς ακυρότητας του ψευδοκράτους (ΔΔΔ, Συμβουλευτική Γνωμοδότηση για το Κοσσυφοπέδιο, παρ. 81 – Συμβούλιο Ασφαλείας, ψηφίσματα 541/83 και 550/84), η σθεναρή αντίθεση της Κυπριακής Δημοκρατίας έναντι των αποσχιστικών τάσεων του καθεστώτος στη βόρεια Κύπρο καθιστά κάθε προσπάθεια ανεξαρτητοποίησης της «ΤΔΒΚ» ανυπόστατη. Μάλιστα, η περίπτωση της Κύπρου προσιδιάζει περισσότερο στην υπόθεση της Κριμαίας παρά σε αυτήν της Σκωτίας.

Ανησυχίες έχουν εκφραστεί και για το μέλλον των Συνθηκών του 1960 σε περίπτωση αποχώρησης της Σκωτίας από το Ηνωμένο Βασίλειο. Ούτε εδώ φαίνεται να επηρεάζεται η Κύπρος, εφόσον το Ηνωμένο Βασίλειο θα εξακολουθήσει να υφίσταται υπό άλλη μορφή και θα συνεχίσει να είναι ο φορέας των υποχρεώσεων και δικαιωμάτων του κράτους που περιελάμβανε και τη Σκωτία (Γνωμοδότηση James Crawford και Alan Boyle). Ακόμα κι αν υπήρχε θέμα εγκυρότητας των Συνθηκών, αυτό δεν θα επηρέαζε την υπόσταση της Κυπριακής Δημοκρατίας, η οποία αρύεται την κυριαρχία της από τον λαό και όχι από τις Συνθήκες του 1960. Αν επηρεάζονταν οι Συνθήκες, όμως, θα ήταν μια καλή ευκαιρία για επαναδιαπραγμάτευση του παρωχημένου καθεστώτος τους.

Καταληκτικά, σημειώνεται πως αποκλίσεις μπορούν να εισαχθούν τόσο επί του δικαιώματος στην αυτοδιάθεση όσο και επί της αρχής της εδαφικής ακεραιότητας. Στην περίπτωση της Σκωτίας η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου αναγνώρισε το δικαίωμα του λαού μιας περιοχής της επικράτειάς της ν’ ασκήσει το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση κι ενδεχομένως ν’ αποχωρήσει από το υφιστάμενο κράτος, διασπώντας την εδαφική του ακεραιότητα. Η σύμφωνη γνώμη του κεντρικού κράτους αποτελεί την ειδοποιό διαφορά μεταξύ Σκωτίας από τη μια και Κριμαίας και «ΤΔΒΚ» από την άλλη. Το δημοψήφισμα στη Σκωτία επ’ ουδενί δυσχεραίνει τη θέση της Κυπριακή Δημοκρατίας. Τουναντίον, καταδεικνύει τη διαφορά μεταξύ της νομότυπης άσκησης του δικαιώματος στην αυτοδιάθεση και της παράνομης απόσχισης. Τέλος, ακόμη κι αν η Σκωτία χωριστεί από το υπόλοιπο Ηνωμένο Βασίλειο, το τελευταίο με τη νέα του μορφή θα παραμείνει φορέας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από τις διεθνείς συμβάσεις όπου είναι συμβαλλόμενο μέρος, μεταξύ των οποίων και οι Συνθήκες του 1960.

Leave a Reply