Οι θαλάσσιες διεκδικήσεις στον χώρο της Ανατολικής Μεσογείου*

east-med

Εισαγωγή

Στο κάτωθι κείμενο επιχειρείται μια κριτική ανάλυση, με βάση το διεθνές δίκαιο, των θαλάσσιων διεκδικήσεων στην Ανατολική Μεσόγειο. Είναι άξιο αναφοράς ότι τρία από τα επτά κράτη στη σχετικά μικρή περιοχή της Αν. Μεσογείου (Τουρκία, Ισραήλ και Συρία) δεν έχουν προσχωρήσει στη Σύμβαση για το Δίκαιο Θάλασσας (η «Σύμβαση ΔΘ»). Αυτό φανερώνει τις διαφορετικές αντιλήψεις και προσεγγίσεις των ανατολικομεσογειακών κρατών, οι οποίες αποτυπώνονται στις πρακτικές που εφαρμόζουν στις θαλάσσιες σχέσεις.

Τουρκικές διεκδικήσεις

Από τη δεκαετία του 1970 η τουρκική διπλωματία διατηρεί την άποψη είναι ότι τα νησιά έχουν μειωμένα δικαιώματα σε θαλάσσιες ζώνες. Ο λόγος είναι ότι η Τουρκία δεν θέλει να αναγνωριστούν πλήρη δικαιώματα σε θαλάσσιες ζώνες στα νησιά του Αιγαίου, καθώς με αυτό τον τρόπο θα περιοριστεί σε μια στενή λωρίδα θάλασσας κοντά στις ακτές της. Έτσι, αρχικά προέβαλε το επιχείρημα ότι τα νησιά του Αιγαίου επικάθονται στην υφαλοκρηπίδα της Ανατολίας. Ωστόσο, η δυνατότητα των νησιών να διατηρούν δική τους υφαλοκρηπίδα είχε ήδη αναγνωριστεί από τη Σύμβαση του 1958 για την υφαλοκρηπίδα (άρθρο 1). Η Τρίτη Συνδιάσκεψη για το ΔΘ επίσης απέρριψε αυτή τη θέση και το άρθρο 121(2) της Σύμβασης αναγνώρισε ότι τα νησιά δύνανται να παράγουν όλες τις θαλάσσιες ζώνες. Η διάταξη αυτή αποτελεί, πλέον, κανόνα εθιμικού δικαίου, σύμφωνα και με την απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου Δικαιοσύνης (ΔΔΔ-ICJ) Qatar v Bahrain [(2001) παρ. 185], κάτι που επιβεβαιώθηκε από την απόφαση Nicaragua v Colombia [(2012) παρ. 139]. Αυτό σημαίνει πως η Τουρκία οφείλει να συμμορφώνεται με την πρόνοια αυτή, έστω κι αν δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος στη Σύμβαση.

Επιπλέον, στην τελευταία απόφαση – κατά παρόμοιο τρόπο με την υπόθεση St Pierre and Miquelon [(1992) παρ. 46]- το Δικαστήριο έκρινε πως το επιχείρημα ότι τα νησιά της Κολομβίας επικάθονται στην υφαλοκρηπίδα της Νικαράγουα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό (παρ. 214). Επομένως, πέραν της Σύμβασης, και η διεθνής νομολογία επαναβεβαίωσε ότι η υπό συζήτησιν θέση της Τουρκίας σχετικά με τα νησιά δεν είναι συμβατή με το διεθνές δίκαιο. Πρέπει, όμως, να σημειωθεί ότι τα διεθνή δικαιοδοτικά όργανα σε αρκετές περιπτώσεις θαλάσσιων οριοθετήσεων έχουν αποδώσει στα νησιά μειωμένη επήρεια, εισάγοντας αποκλίσεις στην εφαρμογή του άρθρου 121. Κάτι τέτοιο, ωστόσο, δεν δικαιολογεί την απαίτηση για εκ των προτέρων αποστέρηση των δικαιωμάτων του 121(2), αφού κάθε θαλάσσια οριοθέτηση πρέπει να κρίνεται σύμφωνα με τα δικά της ιδιαίτερα χαρακτηριστικά.

Ακολουθώντας την ανωτέρω διαχρονική θέση της, η Τουρκία δεν αναγνωρίζει ότι το Καστελλόριζο έχει δικαιώματα σε θαλάσσιες ζώνες, πλην χωρικής θάλασσας. Περαιτέρω, δεν αναγνωρίζει την αποκλειστική οικονομική ζώνη (ΑΟΖ) της Κυπριακής Δημοκρατίας (ΚΔ), με αποτέλεσμα να διεκδικεί τον θαλάσσιο χώρο μεταξύ νοτιοανατολικού Αιγαίου και Κύπρου ως μέρος της δικής της υφαλοκρηπίδας και να παρουσιάζει χάρτες όπου τα θαλάσσια όριά της εφάπτονται με αυτά της Αιγύπτου. Μάλιστα, η Τουρκία χρησιμοποιεί τη μέθοδο της μέσης γραμμής για τη χάραξη των κατ’ ισχυρισμόν θαλασσίων συνόρων της με την Αίγυπτο. Ως συνέπεια, οι ρηθείσες αξιώσεις της Τουρκίας επικαλύπτουν μερικώς τα θαλασσοτεμάχια 1, 4, 5, 6, 7 της ΑΟΖ της ΚΔ και δημιουργούν «γκρίζες ζώνες».

Σύμφωνα με τα άρθρα 56(1)(α)(3) και 77(1)(2) της Σύμβασης -που αποτελούν και εθιμικούς κανόνες- το παράκτιο κράτος έχει αποκλειστικά κυριαρχικά δικαιώματα για έρευνα και εκμετάλλευση της υφαλοκρηπίδας του και κανένα άλλο κράτος δεν μπορεί να προχωρήσει σε τέτοιες ενέργειες, χωρίς τη ρητή συγκατάθεση του πρώτου. H Τουρκία, όμως, προβαίνει τόσο σε παραχώρηση αδειών όσο και σε έρευνες εντός ελλαδικής υφαλοκρηπίδας και δυνητικής ΑΟΖ, όπως και εντός κυπριακής υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ. Η παρενόχληση σκαφών πετρελαϊκών εταιρειών, οι οποίες διενεργούν έρευνες για λογαριασμό της Κύπρου, επιδεινώνει την κατάσταση. Σχετική με την περίσταση είναι η υπόθεση Guyana v Suriname [(2007) παρ. 445], όπου το Διαιτητικό Δικαστήριο απεφάνθη ότι οι λεκτικές απειλές εκ μέρους του ΠΝ του Suriname προς ερευνητικό σκάφος της Guyana, αποτέλεσαν απειλή χρήσης βίας κατά παράβαση του άρθρου 2§4 Χάρτη ΟΗΕ. Συνάγεται, λοιπόν, ότι οι παρενοχλήσεις εκ μέρους της Τουρκίας, εφόσον περιλαμβάνουν απειλές ή/και χρήση βίας προς ερευνητικά σκάφη στην περιοχή, μεταβλητέων των μεταβλητών, δύνανται να θεωρηθούν ως καταστρατήγηση του άρθρου 2§4 Χάρτη. Έστω κι αν τέτοιες παρενοχλήσεις θεωρηθούν ότι δεν εξικνούνται μέχρι την παραβίαση του 2(4), οι προσπάθειες της Τουρκίας ν’ ασκήσει αστυνομικές αρμοδιότητες σε θαλάσσια ύδατα που δεν βρίσκονται υπό τον έλεγχό της δεν βρίσκουν νομικό έρεισμα, σύμφωνα και με την απόφαση του Διεθνές Δικαστήριο Δικαίου Θάλασσας M/V Saiga (No. 2) [(1999) παρ. 136 και 159].

Αντιθέτως, ενώ με βάση το άρθρο 58(1) της Σύμβασης η ελεύθερη ναυσιπλοΐα εντός της ΑΟΖ ενός κράτους επιτρέπεται, εντούτοις από τον συνδυασμό εθιμικού δικαίου και των άρθρων 56(1)(α), 77(1)(2) και 58(3) της Σύμβασης τεκμαίρεται ότι το παράκτιο κράτος έχει τη δυνατότητα να ασκεί αστυνομικές αρμοδιότητες, για να αποτρέπει ή/και να διακόπτει ενέργειες ιδιωτικών σκαφών, οι οποίες συνιστούν παραβίαση κρατικής νομοθεσίας που αφορά την έρευνα και εκμετάλλευση της υφαλοκρηπίδας υπό τη δικαιοδοσία του. Στην περίπτωση, όμως, που πολεμικά σκάφη άλλου κράτους παρενοχλούν ερευνητικά που ενεργούν εκ μέρους του παράκτιου κράτους, δεν υπάρχει δυνατότητα άσκησης τέτοιων αρμοδιοτήτων, αφού τα πολεμικά πλοία απολαμβάνουν ετεροδικίας.

Άρα, για να εμποδιστούν τέτοιες παρενοχλήσεις και παραβιάσεις, θα πρέπει να επιβεβαιώνονται συνεχώς τα κυριαρχικά δικαιώματα του παράκτιου κράτους και να διασφαλίζεται η τήρηση της σχετικής νομοθεσίας, όπου αυτά αμφισβητούνται. Εάν η Τουρκία προχωρήσει, ως έχει εξαγγείλει, με την εγκατάσταση πλατφόρμας εξόρυξης υδρογονανθράκων στον θαλάσσιο χώρο μεταξύ Κύπρου-Καστελλορίζου -όπως έκανε πρόσφατα η Κίνα σε αμφισβητούμενα ύδατα ανοιχτά του Βιετνάμ-τότε η κατάσταση θα περιπλεχθεί έτι περαιτέρω, αφού το καθεστώς των υδάτων εκείνων δεν έχει καθοριστεί ακόμα. Ως εκ των ανωτέρω, η οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών μεταξύ Ελλάδος-Κύπρου-Αιγύπτου με βάση το τριεθνές σημείο, υπό την αιγίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), καθίσταται αναπόδραστη ανάγκη, αφού θα αποσαφηνίσει το ζήτημα των κυριαρχικών δικαιωμάτων επί της συγκεκριμένης θαλάσσιας περιοχής και θα συμβάλει στην εξάλειψη των γκρίζων ζωνών.

Η εμπλοκή της ΕΕ θα είναι ιδιαίτερα σημαντική για την αντιμετώπιση αυτών των ζητημάτων. Η Σύμβαση ΔΘ αποτελεί μέρος του κοινοτικού κεκτημένου, οπότε η Τουρκία, ως υποψήφιο προς ένταξη κράτος οφείλει να προσχωρήσει σε αυτή και να σέβεται τις αρχές της. Αξίζει να σημειωθεί ότι τα θαλάσσια ύδατα υπό τον έλεγχο Ελλάδος και Κύπρου αποτελούν ταυτόχρονα και ύδατα της ΕΕ, ενώ και η ίδια η Ένωση αναγνωρίζει πως πρέπει να διαδραματίσει ενεργό ρόλο στα ζητήματα οριοθετήσεων και υδρογονανθράκων που αφορούν τα μέλη της. Παράλληλα, η ΕΕ έχει εξαγγείλει στρατηγικές με απώτερο σκοπό την ενεργειακή της ασφάλεια και αυτάρκεια, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 194 Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), αποβλέποντας σε οφέλη από τους υδρογονάνθρακες της Αν. Μεσογείου. Ενδεικτικό είναι το ψήφισμα του Ευρ. Κοινοβουλίου για τον «Ενεργειακό Οδικό Χάρτη 2050» (παρ. 77-78).

Περιπλέον, υπάρχουν και οι αξιώσεις της Τουρκίας εκ μέρους της ούτω καλούμενης «ΤΔΒΚ» όσον αφορά τα ύδατα ΝΑ της Κύπρου. Τέτοιες απαιτήσεις δεν μπορούν να έχουν οποιαδήποτε νομιμοποιητική βάση. Τούτο συνάγεται από το γεγονός ότι το ψευδοκράτος δεν συνιστά νόμιμη κρατική οντότητα κι έτσι δεν μπορεί να διεκδικεί θαλάσσιες ζώνες. Η ακυρότητα αυτού του «κράτους-μαριονέτα» είναι απότοκο της παράνομης χρήσης βίας από την Τουρκία το 1974, κατά παράβαση του 2§4 Χάρτη.

Ακόμη και αν η λεγόμενη «ΤΔΒΚ» ήταν νόμιμο κράτος, οι ρηθείσες διεκδικήσεις εκτείνονται και σε ύδατα όπου οι ακτές της οντότητας αυτής δεν έχουν επήρεια, οπότε δεν παράγουν οποιαδήποτε δικαιώματα επί της θαλάσσης. Είναι άξιο αναφοράς ότι η Τουρκία οριοθέτησε μόνο υφαλοκρηπίδα (και όχι ΑΟΖ) με το ψευδοκράτος, με βάση τις αρχές της ευθυδικίας. Αυτό είχε ως συνέπεια η οριοθετική γραμμή να βρίσκεται σε κάποια τμήματα πιο κοντά στις βόρειες ακτές της Κύπρου και να δοθεί μεγαλύτερη θαλάσσια έκταση στην Τουρκία. Μάλιστα, η Τουρκία απέστειλε πρόσφατα (10/04/2014) ρηματική διακοίνωση στον ΟΗΕ, με σκοπό να καταθέσει τις συντεταγμένες της συμφωνίας και ζητώντας τη δημοσιοποίησή τους στο Law of the Sea Bulletin, την επίσημη περιοδική έκδοση του Τμήματος Ωκεάνιων Θεμάτων και Δικαίου Θάλασσας του ΟΗΕ. Βέβαια, αυτή η συμφωνία δεν μπορεί να παραγάγει έννομα αποτελέσματα σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, εφόσον το ψευδοκράτος είναι μια αποσχιστική οντότητα.

Οι όροι της ανωτέρω συμφωνίας επιβεβαιώνουν τη διαχρονική απόρριψη της μεθόδου της μέσης γραμμής/ίσης απόστασης από την Τουρκία και την προτίμησή της στις αόριστες αρχές της ευθυδικίας και των σχετικών περιστάσεων, όταν πρόκειται για οριοθετήσεις που περιλαμβάνουν νησιά. Παρ’ όλα αυτά, η διεθνής νομολογία τα τελευταία χρόνια έδωσε πρωταρχικό ρόλο στη μέθοδο της μέσης γραμμής/ίσης απόστασης, τουλάχιστον ως σημείο εκκίνησης, αν και η αρχικώς χαραχθείσα μέση γραμμή μπορεί να υποστεί τροποποιήσεις αναλόγως των περιστάσεων. Αυτή η εξέλιξη μειώνει, προς το παρόν, τη βαρύτητα των τουρκικών επιχειρημάτων υπέρ της ευθυδικίας και θα είναι ενδιαφέρον να δούμε κατά πόσον αυτή η στροφή της διεθνούς νομολογίας θα έχει οποιαδήποτε επίδραση στις προσπάθειες επίλυσης των προεκτεθέντων ζητημάτων.

Βρετανικές Βάσεις

Το θέμα της δικαιοδοσίας επί των υδάτων που βρέχουν τις ακτές των Βρετανικών Βάσεων στην Κύπρο είναι ένα άλλο σημαντικό ζήτημα. Η Συνθήκη του 1960 για την Εγκαθίδρυση της ΚΔ δεν προέβλεπε την παραχώρηση χωρικής θάλασσας στο Ηνωμένο Βασίλειο (ΗΒ) για τις Βάσεις. Αντίθετα, περιελάμβανε διατάξεις με αρνητική διατύπωση, που προνοούσαν ότι η ΚΔ δεν θα διεκδικούσε ως μέρος της αιγιαλίτιδας ζώνης της τον παρακείμενο των Βάσεων θαλάσσιο χώρο (Treaty concerning the Establishment of the Republic of Cyprus, Annex A s 3). Κατόπιν τούτων, η ΚΔ έχει σιωπηρώς αποδεχθεί ότι οι Βάσεις μπορούν να έχουν μια θαλάσσια ζώνη ασφαλείας πλάτους 3νμ, αλλά όχι αιγιαλίτιδα ζώνη, για την προστασία των στρατιωτικών εγκαταστάσεων.

Πρέπει να τονιστεί πως όταν το ΗΒ προσχώρησε στη Σύμβαση για το ΔΘ, το 1997, με διακήρυξή του επεξέτεινε την ισχύ της Σύμβασης σε όλες τις Βρετανικές Υπερπόντιες Περιοχές (ΒΥΠ), πλην των Βάσεων. Ακόμη, δεν συναντάται οποιαδήποτε νομοθεσία στο ΗΒ ή τις Βάσεις που να ρυθμίζει την ύπαρξη γραμμών βάσεως ή/και αιγιαλίτιδας ζώνης ή/και άλλων ζωνών θαλάσσιας δικαιοδοσίας στην περιοχή. Περαιτέρω, δεν συνομολογήθηκε οποιαδήποτε συμφωνία οριοθέτησης θαλάσσιων ζωνών μεταξύ ΗΒ και Κύπρου για τις Βάσεις, σε αντίθεση με ό,τι ισχύει επί του εδάφους, όπου υπήρξε οριοθέτηση της χερσαίας περιοχής των Βάσεων. Η μη ύπαρξη θαλασσίων συνόρων φαίνεται πως θα θεραπευόταν με το Σχέδιο Ανάν. Οι σχετικές διατάξεις (Additional Protocol to the Treaty of Establishment, article 5) προνοούσαν πως ένας ειδικός, ο οποίος θα οριζόταν αποκλειστικά από το ΗΒ, θα καθόριζε τα όρια του θαλάσσιου χώρου που θα ελεγχόταν από τις Βάσεις. Αυτό ενισχύει την άποψη περί αναβάθμισης της δικαιοδοσίας του ΗΒ επί των παρακείμενων στις Βάσεις υδάτων μέσω του Σχεδίου Ανάν, καθώς θα ήρετο μια αβεβαιότητα που ρίχνει σκιές στο επιχείρημα του ΗΒ περί πλήρους κυριαρχίας.

Παρά ταύτα, το ΗΒ δηλώνει –χωρίς ωστόσο να υπάρχει επίσημα καταγεγραμμένη αξίωση στον ΟΗΕ- ότι διατηρεί χωρική θάλασσα πλάτους 3νμ για τις Βάσεις με δικαίωμα επέκτασής τους στα 12νμ, βάσει του εθιμικού δικαίου. Όμως, η επίκληση του εθιμικού δικαίου και η αξίωση για αιγιαλίτιδα ζώνη μπορεί να γίνει μόνο από κυρίαρχα κράτη. Η θέση ότι το ΗΒ διατήρησε πλήρη κυριαρχία σε θύλακες επί του εδάφους της ΚΔ και γι’ αυτό θεωρείται παράκτιο κράτος, παραπέμπει στη συνέχιση του καθεστώτος που διείπε τις περιοχές αυτές προ του 1960· σημαίνει, δηλαδή, ότι οι Βάσεις διοικούνται ως αποικία. Τονίζεται ότι ο όρος ΒΥΠ αντικατέστησε τον «ξεπερασμένο» όρο -όπως αναφερόταν στη σχετική νομοθεσία- «αποικία». Το επιχείρημα για απόλαυση πλήρους κυριαρχίας από το ΗΒ στις Βάσεις έρχεται σε ευθεία σύγκρουση τόσο με τις αρχές της αυτοδιάθεσης, της εδαφικής ακεραιότητας και του uti possidetis όσο και με την υποχρέωση του ΗΒ στη Μονομερή Διακήρυξη σχετικά με τη Διοίκηση των Βάσεων- να χρησιμοποιεί το έδαφος των Βάσεων μόνο για στρατιωτικούς σκόπους και να μην αναπτύξει αποικίες στα εδάφη αυτά.

Ένας τρόπος ν’ αποφύγουν οι Βάσεις τον χαρακτηρισμό της «αποικίας» είναι το ΗΒ ν’ αποδεκτεί ότι η κυριαρχία που κατείχε στα εδάφη εκείνα προ του 1960, με την ανεξαρτησία της ΚΔ περιορίστηκε σε δικαιοδοσία μόνο για στρατιωτικά ζητήματα και να υπάρξει συνεννόηση για εκμίσθωση εδάφους. Η πρόταση αυτή βρίσκεται σε συμφωνία με τη συνήθη πρακτική που ακολουθείται στις περιπτώσεις στρατιωτικών εγκαταστάσεων ενός κράτους σε έδαφος άλλης χώρας και αυτομάτως βάζει τέλος σε πιθανές θαλάσσιες διεκδικήσεις του ΗΒ στην Κύπρο, εφόσον οι κανόνες του δικαίου θάλασσας δεν είναι εφαρμοστέοι σε στρατιωτικές βάσεις.

Προς το παρόν, το ζήτημα αυτό δεν έχει προκαλέσει οποιοδήποτε πρόβλημα στις συμφωνίες οριοθέτησης της ΚΔ, ούτε και στις διαδικασίες για έρευνα και εκμετάλλευση υδρογονανθράκων. Εξάλλου, οι προαναφερθείσες οριοθετήσεις έγιναν σύμφωνα με ευθείες γραμμές βάσης (straight baselines) που βρίσκονται σε έδαφος των Βρετανικών Βάσεων, χωρίς κάποια διαμαρτυρία από το ΗΒ.

Σε πρόσφατες συζητήσεις στο Βρετανικό Κοινοβούλιο, η κυβέρνηση επανέλαβε τη θέση πως οι Βάσεις υπάρχουν μόνο για στρατιωτικούς σκοπούς κι αρνήθηκε ότι το ΗΒ έχει οποιεσδήποτε διεκδικήσεις σε σχέση με τα κοιτάσματα υδρογονανθράκων στην περιοχή. Ωστόσο, παρά το ότι το ΗΒ δεν έχει μέχρι στιγμής προβάλει απαιτήσεις σε σχέση με τα θέματα αυτά, εντούτοις ουδέποτε δήλωσε ότι δεν έχει το δικαίωμα να το πράξει. Εν πάση περιπτώσει, ως εμφαίνεται από τα ανωτέρω, εάν η Βρετανία αποφασίσει να προωθήσει σχετικές αξιώσεις, τότε θα ενεργήσει σε αντίθεση με το διεθνές δίκαιο και τις συμβατικές της δεσμεύσεις. Ούτως ή άλλως, το συμβατικό πλαίσιο που ρυθμίζει την παρουσία των Βάσεων στην Κύπρο είναι αναχρονιστικό και χρήζει επαναδιαπραγμάτευσης, έτσι ώστε να ξεκαθαρίσουν οι ασάφειες που περιβάλλουν το καθεστώς αυτών.

Παρεμφερής είναι η περίπτωση της Βρετανικής Περιοχής Ινδικού Ωκεανού –που είναι επίσης ΒΥΠ, όπως οι Βάσεις. Εκεί το ΗΒ κήρυξε ζώνη προστασίας θαλάσσιου περιβάλλοντος γύρω από το Αρχιπέλαγος Chagos. Το κράτος του Μαυρικίου αμφισβήτησε αυτή την ενέργεια και προσέφυγε σε διεθνή διαιτησία. Η κυβέρνηση του Μαυρικίου ισχυρίζεται ότι η Βρετανία δεν έχει δικαιώματα παράκτιου κράτους στην περιοχή κι έτσι δεν δύναται να απολαμβάνει των δικαιωμάτων που παρέχει το δίκαιο θάλασσας. Η απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου, αν όντως εξετάσει την ουσία του επιχειρήματος, θα είναι ενδιαφέρουσα και για άλλες ΒΥΠ.

Υπόλοιπες οριοθετήσεις

Όσον αφορά τα υπόλοιπα ζητήματα θαλάσσιας δικαιοδοσίας στην περιοχή, προς το παρόν έχουν συνομολογηθεί τρεις συμφωνίες οριοθέτησης ΑΟΖ μεταξύ Κύπρου-Αιγύπτου (2003), Κύπρου-Λιβάνου (2007) και Κύπρου-Ισραήλ (2010), όλες με βάση τη μέση γραμμή. Ενώ οι συμφωνίες της ΚΔ με Αίγυπτο και Ισραήλ τέθηκαν σε ισχύ και συνεχίζεται η συμπλήρωσή τους με επιμέρους συμφωνίες, εντούτοις ο Λίβανος δεν έχει επικυρώσει τη σύμβαση. Οι κύριοι λόγοι της μη επικύρωσης είναι η παρέμβαση της Τουρκίας και η διαφορά που προέκυψε μεταξύ Ισραήλ και Λιβάνου, όπου τα δύο κράτη διεκδικούν μια υδάτινη έκταση 860 τετρ.χλμ. Το θέμα πρέπει να λυθεί σύντομα, καθώς ο Λίβανος αναμένεται τον προσεχή Αύγουστο να προκηρύξει διεθνή διαγωνισμό για την αδειοδότηση ερευνών στα θαλασσοτεμάχια της ΑΟΖ του. Η βέλτιστη λύση θα είναι η οριοθέτηση των διεκδικούμενων υδάτων στη βάση του τριεθνούς σημείου μεταξύ Ισραήλ-Κύπρου-Λιβάνου.

Η Παλαιστίνη, μέσω της Λωρίδας της Γάζας είναι, επίσης, μια οντότητα που μπορεί να έχει αξιώσεις στα παρακείμενα των ακτών της ύδατα. Το 2000 είχαν διεξαχθεί έρευνες, που οδήγησαν στην ανακάλυψη κοιτασμάτων υδρογονανθράκων. Ωστόσο, η διαδικασία ανεστάλη, λόγω διαφωνίας για την τιμή πώλησης φυσικού αερίου στο Ισραήλ, αλλά και λόγω της αναρρίχησης στην εξουσία της Χαμάς στη Γάζα το 2007, την οποία το Ισραήλ δεν ήθελε να επωφεληθεί οικονομικά από τα κοιτάσματα. Είναι, όμως, σίγουρο πως το θέμα θα επανέλθει, καθώς ο παλαιστινιακός λαός έχει ξεκάθαρα δικαιώματα επί των υδρογονανθράκων. Τούτο προκύπτει από το κοινό άρθρο 1 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Αστικά και Πολιτικά Δικαιώματα και του Διεθνούς Συμφώνου για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα, από την εθιμική αρχή περί κυριαρχίας των μη ανεξάρτητων λαών επί των φυσικών τους πόρων και από τα σχετικά ψηφίσματα της ΓΣ ΟΗΕ. Επίσης, η συνεχής αναβάθμιση της Παλαιστίνης (από τον Νοέμβριο 2012 μη-μέλος κράτος παρατηρητής στον ΟΗΕ) δεικνύει πως σύντομα θα μπορεί να ασκεί ολοένα διευρυνόμενες κρατικές εξουσίες, μεταξύ των οποίων και η εκμετάλλευση των υποθαλάσσιων κοιτασμάτων υδρογονανθράκων.

Συμπεράσματα

Εν κατακλείδι, πρέπει να τονιστεί ότι το διεθνές δίκαιο προσφέρει χρήσιμα εργαλεία για την αποκλιμάκωση εντάσεων και τη διευθέτηση διαφορών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το περιστατικό με το δεξαμενόπλοιο “Morning Glory”, τον περασμένο Μάρτιο, το οποίο απέπλευσε μυστικά από τη Λιβύη με σκοπό τη λαθραία μεταπώληση πετρελαίου. Στην περίπτωση αυτή, κράτη με όχι και τόσο καλές σχέσεις μεταξύ τους (Β. Κορέα, Αίγυπτος, Λιβύη, ΗΠΑ), ενήργησαν στα πλαίσια του διεθνούς δικαίου, με αποτέλεσμα να συλληφθεί αναίμακτα το σκάφος και ν’ αποφευχθούν περαιτέρω εντάσεις. Για να μην οδηγηθούμε σε μη σύννομα αποτελέσματα, ένεκα πολιτικών σκοπιμοτήτων, οι παρούσες διαφορές επί των θαλάσσιων ζητημάτων στην περιοχή πρέπει να επιλυθούν στη βάση των αρχών του διεθνούς δικαίου. Σε περίπτωση που τα θέματα αυτά παραμείνουν άλυτα στο διηνεκές ή επιλυθούν με τρόπο διάφορο των κανόνων που διέπουν τη διεθνή συνωμοταξία, τότε θα προκύψουν ανωμαλίες με απρόβλεπτες συνέπειες. Ταυτόχρονα, τίθεται εν αμφιβόλω ο ενεργειακός σχεδιασμός των κρατών και, εν μέρει, της ΕΕ. Καθίσταται, λοιπόν, εναργές ότι τα κράτη της διαχρονικά ταραχώδους Αν. Μεσογείου οφείλουν να εφαρμόσουν το νομικό πλαίσιο του δικαίου θάλασσας, εφόσον προσδοκούν σε οφέλη από τους υδρογονάνθρακες μέσα σε ένα περιβάλλον ασφάλειας και συνεργασίας. Τα κράτη εκείνα που ενεργούν στο πλαίσιο της νομιμότητας μαζί με την ΕΕ θα πρέπει να στείλουν το μήνυμα στα μη συμμορφούμενα με το διεθνές δίκαιο κράτη ότι οι έκνομες συμπεριφορές θα τους αποκλείσουν από ενεργειακά και πολιτικά οφέλη.

* Μέρος της παρουσίασης του γράφοντος στο 10ο Σεμινάριο Διεθνούς Δικαίου στο Ναύπλιο, 29 Μαΐου – 01 Ιουνίου 2014.

Leave a Reply